Πρωτότυπο κείμενο
Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου,
διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου.
Εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί,
ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου, Ὕψιστε.
Ἐν τῷ ἀποστρέφεσθαι τὸν ἐχθρόν μου εἰς τὰ ὀπίσω,
ἀσθενήσουσι καὶ ἀπολοῦνται ἀπὸ προσώπου σου.
Ὅτι ἐποίησας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου,
ἐκάθισας ἐπὶ θρόνου, ὁ κρίνων δικαιοσύνην.
Ἐπετίμησας ἔθνεσι καὶ ἀπώλετο ὁ ἀσεβής·
τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐξήλειψας εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
Τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος,
καὶ πόλεις καθεῖλες·
ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτῶν μετ’ ἤχου.
Καὶ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα μένει,
ἡτοίμασεν ἐν κρίσει τὸν θρόνον αὐτοῦ.
Καὶ αὐτὸς κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ,
κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.
Καὶ ἐγένετο Κύριος καταφυγὴ τῷ πένητι,
βοηθὸς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψει.
Καὶ ἐλπιούσιν ἐπὶ σὲ οἱ γινώσκοντες τὸ ὄνομά σου,
ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε, Κύριε.
Ψάλατε τῷ Κυρίῳ τῷ κατοικοῦντι ἐν Σιών,
ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ.
Ὅτι ἐκζητῶν αἵματα αὐτῶν ἐμνήσθη,
οὐκ ἐπελάθετο τῆς δεήσεως τῶν πενήτων.
Ἐλέησόν με, Κύριε·
ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου,
ὁ ὑψῶν με ἐκ πυλῶν θανάτου.
Ὅπως ἂν ἐξαγγείλω πάσας τὰς αἰνέσεις σου
ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών·
ἀγαλλιάσομαι ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου.
Ἐνεπάγησαν ἔθνη ἐν διαφθορᾷ ᾗ ἐποίησαν,
ἐν παγίδι ταύτῃ ᾗ ἔκρυψαν συνελήφθη ὁ πούς αὐτῶν.
Γνωσθήσεται Κύριος κρίματα ποιῶν,
ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλός.
Ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην,
πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐπιλανθανόμενα τοῦ Θεοῦ.
Ὅτι οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός,
ἡ ὑπομονὴ τῶν πενήτων οὐκ ἀπολεῖται εἰς τὸν αἰῶνα.
Ἀνάστηθι, Κύριε, μὴ κραταιωθήτω ἄνθρωπος·
κριθήτωσαν ἔθνη ἐνώπιόν σου.
Κατάστησον, Κύριε, νομοθέτην ἐπ’ αὐτούς,
γνώτωσαν ἔθνη ὅτι ἄνθρωποί εἰσιν.
Ἵνα τί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν;
ὑπερορᾷς ἐν καιροῖς θλίψεως;
Ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τὸν ἀσεβῆ ἐμπίπτεται ὁ πτωχός·
συλλαμβάνονται ἐν διαβουλίοις οἷς διαλογίζονται.
Ὅτι ἐπῄνεσεν ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ,
καὶ ὁ ἀδικῶν ἐνευλογεῖται.
Παρώξυνεν τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός·
κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει.
Οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς ἐνώπιον αὐτοῦ·
βεβηλοῦνται αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ·
ἀνταναιρεῖ τὰ κρίματά σου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ,
πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κατακυριεύσει.
Εἶπεν γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·
Οὐ μὴ σαλευθῶ ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἄνευ κακοῦ.
Οὗ πλήρης ὁ στόμα αὐτοῦ κατάρας καὶ πικρίας καὶ δόλου·
ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καὶ πόνος.
Ἐγκαθίζει ἐν ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων ἐν ἀποκρύφοις,
τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον·
οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσι.
Ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ·
ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν,
ἁρπάσαι πτωχὸν ἐν τῷ ἐλκύσαι αὐτὸν ἐν τῇ παγίδι αὐτοῦ.
Κατασκύψει καὶ πεσεῖται,
ὅταν αὐτὸς κατακυριεύσῃ τῶν πενήτων.
Εἶπεν γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·
Ἐπιλέλησται ὁ Θεός,
ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ,
οὐ μὴ ἴδῃ εἰς τέλος.
Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός·
ὑψωθήτω ἡ χείρ σου,
μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων.
Ἕνεκεν τί παρώξυνε τὸν Θεὸν ὁ ἁμαρτωλός;
εἶπεν ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·
Οὐ ζητήσει.
Βλέπεις, ὅτι σὺ πόνον καὶ θυμὸν κατανοεῖς,
τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς χεῖράς σου·
σοὶ ἐγκαταλέλειπται ὁ πένης,
ὀρφανῷ σὺ ἦσθα βοηθός.
Σύντριψον τὸν βραχίονα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ·
ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ
καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ.
Κύριος βασιλεύσει εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος·
ἀπολεῖσθε ἔθνη ἐκ τῆς γῆς αὐτοῦ.
Τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πενήτων εἰσήκουσεν ὁ Κύριος,
τὴν ἑτοιμασίαν τῆς καρδίας αὐτῶν προσέσχε τὸ οὖς σου,
κρῖναι ὀρφανῷ καὶ ταπεινῷ,
ἵνα μὴ προσθῇ ἔτι μεγαλαυχεῖν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς.
Σύγχρονη μετάφραση (Ο΄ 1–39)
- Θα Σε δοξολογήσω, Κύριε, με όλη μου την καρδιά
και θα διηγηθώ όλα τα θαυμαστά έργα Σου. - Θα χαρώ και θα αγαλλιαστώ σε Σένα,
θα ψάλλω στο όνομά Σου, Ύψιστε. - Όταν οι εχθροί μου γυρίζουν πίσω,
σκοντάφτουν και χάνονται μπροστά στην παρουσία Σου. - Γιατί Εσύ έκανες δίκαιη την υπόθεσή μου
και υπερασπίστηκες το δίκιο μου·
κάθισες στον θρόνο ως δίκαιος Κριτής. - Επέπληξες τα έθνη, αφάνισες τον ασεβή,
έσβησες το όνομά τους για πάντα. - Τα όπλα του εχθρού χάθηκαν οριστικά,
γκρέμισες τις πόλεις του
και η μνήμη τους χάθηκε μαζί με τον θόρυβό τους. - Ο Κύριος όμως μένει στον αιώνα·
έστησε τον θρόνο Του για κρίση. - Θα κρίνει τον κόσμο με δικαιοσύνη
και τους λαούς με ευθύτητα. - Ο Κύριος έγινε καταφύγιο για τον φτωχό,
βοήθεια σε καιρό θλίψης. - Και όσοι γνωρίζουν το όνομά Σου ελπίζουν σε Σένα,
γιατί δεν εγκατέλειψες ποτέ εκείνους που Σε ζητούν. - Ψάλλετε στον Κύριο που κατοικεί στη Σιών,
διακηρύξτε στα έθνη τα έργα Του. - Γιατί Εκείνος που ζητά το αίμα θυμάται,
δεν ξεχνά τη κραυγή των ταπεινών. - Ελέησέ με, Κύριε·
δες την ταπείνωσή μου από εκείνους που με μισούν,
Εσύ που με υψώνεις από τις πύλες του θανάτου, - για να αναγγείλω όλους τους ύμνους Σου
στις πύλες της κόρης Σιών
και να αγαλλιαστώ για τη σωτηρία Σου. - Τα έθνη παγιδεύτηκαν στην καταστροφή που έστησαν,
το πόδι τους πιάστηκε στο δίχτυ που έκρυψαν. - Ο Κύριος φανερώθηκε απονέμοντας δικαιοσύνη·
ο αμαρτωλός παγιδεύτηκε από τα έργα των χεριών του. - Οι αμαρτωλοί θα επιστρέψουν στον Άδη,
όλα τα έθνη που ξεχνούν τον Θεό. - Όμως ο φτωχός δεν θα ξεχαστεί για πάντα,
η ελπίδα των ταπεινών δεν θα χαθεί στον αιώνα. - Σήκω, Κύριε, μην αφήσεις τον άνθρωπο να υπερισχύσει·
ας κριθούν τα έθνη μπροστά Σου. - Θέσε, Κύριε, νόμο επάνω τους,
για να γνωρίσουν τα έθνη ότι είναι άνθρωποι. - Γιατί, Κύριε, στέκεσαι μακριά
και κρύβεσαι σε καιρό θλίψης; - Από την αλαζονεία του ασεβή καταπιέζεται ο φτωχός·
παγιδεύονται στα σχέδια που οι ίδιοι επινόησαν. - Ο αμαρτωλός καυχιέται για τις επιθυμίες της ψυχής του
και ο άδικος επαινεί τον εαυτό του. - Με την αλαζονεία του προκαλεί τον Κύριο·
λέει μέσα του ότι ο Θεός δεν θα ζητήσει λόγο. - Ο Θεός δεν υπάρχει μπροστά στα μάτια του·
οι δρόμοι του είναι διεφθαρμένοι,
τα κρίματά Σου τα απορρίπτει,
και κυριαρχεί πάνω στους εχθρούς του. - Λέει στην καρδιά του:
«Δεν θα κλονιστώ ποτέ·
δεν θα με βρει κακό». - Το στόμα του είναι γεμάτο κατάρα, πικρία και δόλο·
κάτω από τη γλώσσα του κρύβεται πόνος και καταστροφή. - Στήνει ενέδρα σε κρυφά μέρη,
για να σκοτώσει τον αθώο·
τα μάτια του παραμονεύουν τον φτωχό. - Παραμονεύει κρυμμένος σαν λιοντάρι στη φωλιά του,
έτοιμος να αρπάξει τον ταπεινό
και να τον σύρει στο δίχτυ του. - Σκύβει και πέφτει επάνω του
και ο φτωχός συντρίβεται από τη δύναμή του. - Λέει μέσα του:
«Ο Θεός ξέχασε,
έστρεψε το πρόσωπό Του
και δεν βλέπει ποτέ». - Σήκω, Κύριε ο Θεός,
ύψωσε το χέρι Σου
και μη ξεχάσεις τους ταπεινούς. - Γιατί να προκαλεί ο αμαρτωλός τον Θεό
λέγοντας μέσα του ότι δεν θα ζητήσει λόγο; - Εσύ όμως βλέπεις,
γιατί παρατηρείς τον πόνο και την αδικία,
ώστε να τα παραδώσεις στο χέρι Σου·
σε Σένα παραδίδεται ο φτωχός,
Εσύ είσαι βοηθός του ορφανού. - Συντρίψε τη δύναμη του αμαρτωλού και του πονηρού·
ζήτησε την αμαρτία του
και δεν θα βρεθεί πια. - Ο Κύριος βασιλεύει στον αιώνα των αιώνων·
τα έθνη θα χαθούν από τη γη Του. - Την επιθυμία των ταπεινών άκουσε ο Κύριος,
άκουσε την προετοιμασία της καρδιάς τους. - Για να αποδώσει δικαιοσύνη στο ορφανό και τον καταπιεσμένο,
ώστε να μην καυχιέται πια ο άνθρωπος επάνω στη γη.
Ιστορία του Ψαλμού
Ο Ψαλμός 9 είναι ψαλμός ευχαριστίας και δοξολογίας. Δεν γράφεται μέσα στην ένταση της μάχης, αλλά μετά, όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι ο Θεός στάθηκε δίπλα του.
Στην εβραϊκή και στην ορθόδοξη παράδοση, ο Ψαλμός 9 αποτελεί την αρχή μιας ενότητας που μιλά:
- για τη δικαιοσύνη του Θεού
- για τη μοίρα της αδικίας
- για την ελπίδα των ταπεινών
Η Εκκλησία τον βλέπει ως ψαλμό μνήμης του Θεού: να μη ξεχνά ο άνθρωπος ποιος τον έσωσε.
Θεολογική προσέγγιση
Στο κέντρο του ψαλμού βρίσκεται ο Θεός ως δίκαιος Κριτής, όχι τιμωρός, αλλά εγγυητής της αλήθειας.
Δύο αλήθειες προβάλλουν:
- Η αδικία δεν έχει τον τελευταίο λόγο
- Ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον ταπεινό
Ιδιαίτερα δυνατή είναι η φράση:
«Καὶ ἐγένετο Κύριος καταφυγὴ τῷ πένητι»
Ο Θεός δεν είναι μακριά από τον αδύναμο·
είναι καταφύγιο.
Πνευματική εφαρμογή
Ο Ψαλμός 9 είναι κατάλληλος:
- όταν θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό
- όταν περάσαμε δυσκολία και βλέπουμε καθαρά
- όταν θέλουμε να θυμηθούμε ότι ο Θεός ενεργεί, ακόμη κι αν αργεί
Μας μαθαίνει:
- να μην ξεχνάμε τα έργα του Θεού
- να δοξολογούμε, όχι μόνο να ζητάμε
- να ελπίζουμε στη δικαιοσύνη Του
✨ Μικρή πνευματική άσκηση
Διάβασε τον Ψαλμό 9:
- με ηρεμία
- στάσου στη φράση:
«Οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε»
Και πες:
«Κύριε, ευχαριστώ που δεν με άφησες».



Αφήστε μια απάντηση